Η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαχρονικά ένα από τα πιο αργά δικαστικά συστήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Επηρεάζει πολίτες, επιχειρήσεις, επενδύσεις, εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την καθημερινή λειτουργία του κράτους.
Το ερώτημα της περιόδου 2019–2026 δεν είναι αν εξαφανίστηκαν οι καθυστερήσεις. Δεν εξαφανίστηκαν. Το ερώτημα είναι αν έγιναν αλλαγές που μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία του συστήματος: στη χωροταξία των δικαστηρίων, στην ψηφιοποίηση, στις διαδικασίες, στους κώδικες, στις υποδομές και στη διοικητική υποστήριξη.
Τι εξετάζει αυτή η ενότητα
Ένα δικαστικό σύστημα αξιολογείται κυρίως από τη λειτουργία του: πόσο χρόνο χρειάζεται για να αποδώσει δικαιοσύνη, πόσες υποθέσεις εκκρεμούν, πόσο προβλέψιμες είναι οι διαδικασίες, πόσο ψηφιοποιημένες είναι οι υπηρεσίες και πόσο εμπιστεύονται οι πολίτες την ανεξαρτησία του.
Σύγκριση βασικών δεικτών
Οι αριθμοί και οι μεταρρυθμίσεις δεν αρκούν από μόνοι τους για να αποδείξουν ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί καλύτερα. Δίνουν όμως το πλαίσιο για να αξιολογηθεί αν η χώρα κινήθηκε από τη διαπίστωση του προβλήματος σε παρεμβάσεις με θεσμικό και οργανωτικό βάθος.
2019 → τελευταία διαθέσιμα στοιχεία → Ευρώπη
Σημείωση συγκρισιμότητας: ο «disposition time» είναι εκτίμηση βάσει εκκρεμών και ολοκληρωμένων υποθέσεων, όχι ο πραγματικός χρόνος κάθε δίκης. Ο ΟΟΣΑ χρησιμοποιεί τα ίδια δεδομένα CEPEJ για τις διεθνείς συγκρίσεις και ήδη στην επισκόπηση του 2020 κατέτασσε την Ελλάδα στη δυσμενέστερη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών για τις επίδικες αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Τα τελευταία συγκρίσιμα αποτελέσματα αφορούν το 2023, όχι το 2026.
Γιατί η αργή Δικαιοσύνη είναι συστημικό πρόβλημα;
Η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης δεν εμφανίστηκε μετά το 2019. Αποτελεί διαχρονική αδυναμία του ελληνικού κράτους. Στους ευρωπαϊκούς πίνακες σύγκρισης, η Ελλάδα εμφανίζεται για χρόνια με υψηλούς χρόνους εκδίκασης, ιδίως σε αστικές, εμπορικές και διοικητικές υποθέσεις.
Το πρόβλημα δεν έχει μία μόνο αιτία. Συνδέεται με συσσωρευμένες εκκρεμότητες, πολυπλοκότητα διαδικασιών, υποστελέχωση σε διοικητική υποστήριξη, παλαιές υποδομές, ανεπαρκή ψηφιοποίηση και συχνές αλλαγές της νομοθεσίας.
Τι μετράμε
Τι δεν αποδεικνύει: Το γεγονός ότι ένα πρόβλημα είναι διαχρονικό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ευθύνη για τη σημερινή του αντιμετώπιση. Σημαίνει ότι η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει αν οι αλλαγές έχουν το μέγεθος και τον χρόνο που απαιτείται για να επηρεάσουν ένα παλιό σύστημα.
Τι επιχειρεί να αλλάξει ο νέος Δικαστικός Χάρτης;
Ο νέος Δικαστικός Χάρτης αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές οργανωτικές αλλαγές στη Δικαιοσύνη. Ο στόχος του είναι να αντιμετωπίσει κατακερματισμούς, άνιση κατανομή φόρτου και δομές που δεν ανταποκρίνονταν πάντα στις πραγματικές ανάγκες ενός σύγχρονου δικαστικού συστήματος.
Η λογική του δεν είναι μόνο διοικητική. Αν ένας δικαστικός σχηματισμός έχει μικρό φόρτο και άλλος υπερβολικό φόρτο, το αποτέλεσμα είναι άνιση ταχύτητα απονομής. Η αναδιοργάνωση επιχειρεί να κάνει την κατανομή υποθέσεων και προσωπικού πιο ορθολογική.
Τι δείχνουν οι πρώτοι 18 μήνες
Τον Ιούλιο του 2026 το Υπουργείο Δικαιοσύνης παρουσίασε στοιχεία του JustStat, υπολογισμένα με τη μεθοδολογία CEPEJ, σύμφωνα με τα οποία ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης στο σύνολο των πρωτοδικείων μειώθηκε από 774 σε 357 ημέρες στους 18 μήνες μετά την εφαρμογή, και σε 309 ημέρες το α΄ τρίμηνο 2026, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο για πρωτόδικες αποφάσεις (307 ημέρες). Στα μεγαλύτερα πρωτοδικεία: Αθήνα 1.448 → 478, Θεσσαλονίκη 455 → 220, Πειραιάς 425 → 233 ημέρες. Ο ρυθμός εκκαθάρισης ανέβηκε από 86,2% σε πάνω από 105%, και το α΄ τρίμηνο 2026 ξεπέρασε το 140% στα πρωτοδικεία Αθηνών και Πειραιά: ολοκληρώνονται πλέον περισσότερες υποθέσεις από όσες εισάγονται, άρα το απόθεμα μειώνεται. Σε προηγούμενη αποτύπωση του πρώτου έτους είχε αναφερθεί μεταβολή από 705 σε 364 ημέρες, για δικαστική ύλη που αντιστοιχούσε στο 92% του συνόλου.
Αυτό αποτελεί την πρώτη ισχυρή ένδειξη αποτελέσματος και όχι μόνο εφαρμογής μιας μεταρρύθμισης. Χρειάζεται, όμως, προσεκτική ανάγνωση: ο δείκτης είναι disposition time, δηλαδή εκτίμηση από τη σχέση εκκρεμών και ολοκληρωμένων υποθέσεων, όχι ο πραγματικός χρόνος κάθε δίκης. Επίσης τα στοιχεία δημοσιεύθηκαν από το ίδιο το Υπουργείο που εφαρμόζει τη μεταρρύθμιση και δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί σε πλήρη ευρωπαϊκή συγκριτική σειρά ανά κατηγορία υπόθεσης.
Τι δεν αποδεικνύει: Δεν αποδεικνύει ότι η μεταρρύθμιση θα πετύχει σε κάθε περιοχή ή ότι δεν υπάρχουν τοπικές ενστάσεις. Δείχνει όμως προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος σε επίπεδο δομής και όχι μόνο με επιμέρους διορθώσεις.
Τι αλλάζει όταν ψηφιοποιούνται οι δικαστικές διαδικασίες;
Η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης δεν είναι απλώς πιο σύγχρονη εικόνα. Μπορεί να μειώσει μετακινήσεις, να επιταχύνει την πρόσβαση σε έγγραφα, να διευκολύνει δικηγόρους και πολίτες και να δημιουργήσει καλύτερη εικόνα για τη ροή των υποθέσεων.
Η μετάβαση σε ηλεκτρονικές καταθέσεις, ψηφιακές υπηρεσίες, ηλεκτρονικά πινάκια και, σταδιακά, σε πιο ολοκληρωμένο ηλεκτρονικό φάκελο υπόθεσης, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Δικαιοσύνη. Το μεγαλύτερο όφελος δεν είναι μόνο η ταχύτητα μιας πράξης, αλλά η δυνατότητα καλύτερης διαχείρισης του συνολικού συστήματος.
Τι δεν αποδεικνύει: Η ψηφιοποίηση δεν αρκεί από μόνη της για να λύσει τις καθυστερήσεις. Αν οι διαδικασίες παραμένουν περίπλοκες ή ο φόρτος υπερβολικός, η τεχνολογία απλώς μεταφέρει ένα αργό σύστημα σε ψηφιακό περιβάλλον.
Γιατί αλλάζουν οι δικαστικές διαδικασίες;
Οι αλλαγές στους Κώδικες και στις διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης επιχειρούν να μειώσουν περιττές καθυστερήσεις, να περιορίσουν αναβολές, να απλοποιήσουν στάδια και να καταστήσουν πιο προβλέψιμη την πορεία μιας υπόθεσης.
Η εμπειρία δείχνει ότι η ταχύτητα δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των δικαστών. Εξαρτάται και από το πώς κινείται μια υπόθεση μέσα στο σύστημα: πόσα στάδια απαιτούνται, πόσα ένδικα μέσα ασκούνται, πόσες αναβολές δίνονται και πόσο γρήγορα εκδίδονται οι αποφάσεις.
Τι δεν αποδεικνύει: Δεν αποδεικνύει ότι κάθε αλλαγή κώδικα είναι επιτυχημένη. Οι διαδικαστικές αλλαγές πρέπει να αξιολογούνται με βάση το αν μειώνουν πραγματικά τους χρόνους χωρίς να περιορίζουν τα δικαιώματα των διαδίκων.
Πώς πρέπει να συζητείται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης;
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι κρίσιμο ζήτημα, αλλά χρειάζεται διάκριση ανάμεσα σε τρία διαφορετικά επίπεδα: τις θεσμικές εγγυήσεις, τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και την κοινωνική εμπιστοσύνη των πολιτών.
Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η εκτελεστική εξουσία έχει θεσμικό ρόλο στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, μέσα από το ισχύον συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι διορίζει τους δικαστές από το μηδέν: η επιλογή γίνεται μεταξύ ήδη ανώτατων δικαστικών λειτουργών.
Το μοντέλο αυτό έχει δεχθεί κριτική και αποτελεί αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο επιλογής ηγεσίας: σε ορισμένες χώρες έχει ρόλο η κυβέρνηση, σε άλλες τα δικαστικά συμβούλια, αλλού η Βουλή ή μικτά σχήματα. Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει όχι μόνο ποιος επιλέγει, αλλά και ποιες εγγυήσεις υπάρχουν μετά την επιλογή.
Τι δεν αποδεικνύει: Δεν αποδεικνύει ούτε ότι υπάρχει πολιτική παρέμβαση σε αποφάσεις ούτε ότι η ανησυχία για επιρροή είναι αβάσιμη. Δείχνει ότι η συζήτηση πρέπει να γίνεται με διαχωρισμό ανάμεσα στη θεσμική διαδικασία επιλογής, στη λειτουργική ανεξαρτησία και στην εμπιστοσύνη των πολιτών.
Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση;
Η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να παρεμβαίνει στο περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων. Μπορεί όμως να επηρεάσει τη λειτουργία του συστήματος με θεσμικά εργαλεία: νόμους, υποδομές, προσωπικό, ψηφιοποίηση και οργανωτικές αλλαγές.
Μπορεί
Δεν μπορεί
Τι αλλάζει πρακτικά για τον πολίτη και τον επαγγελματία;
Η Δικαιοσύνη αφορά τον πολίτη όταν έχει μια διαφορά, όταν περιμένει μια απόφαση, όταν χρειάζεται πιστοποιητικά ή όταν η επιχείρησή του εξαρτάται από την ταχεία επίλυση μιας υπόθεσης. Οι οργανωτικές και ψηφιακές αλλαγές έχουν νόημα μόνο αν τελικά μειώνουν κόστος, αναμονή και αβεβαιότητα.
Τι δεν αποδεικνύει: Δεν σημαίνει ότι ο πολίτης θα δει αμέσως διαφορά σε κάθε υπόθεση. Σε ένα σύστημα με μεγάλες εκκρεμότητες, η βελτίωση μπορεί να γίνει πρώτα ορατή σε νέες διαδικασίες και αργότερα στους συνολικούς χρόνους απονομής.
Τι παραμένει πρόβλημα;
Η Δικαιοσύνη παραμένει δύσκολο πεδίο. Ακόμη και μετά τις μεταρρυθμίσεις, υπάρχουν σοβαρές εκκρεμότητες: καθυστερήσεις σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, φόρτος εργασίας, ανάγκη καλύτερης διοικητικής υποστήριξης, ανομοιογένεια μεταξύ δικαστηρίων και χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Δεν εξαφανίζονται με έναν νόμο. Χρειάζονται σταθερή εφαρμογή, επαρκές προσωπικό και παρακολούθηση αποτελεσμάτων.
Δεν αρκούν οι θεσμικές εγγυήσεις. Οι πολίτες πρέπει να βλέπουν ταχύτερη, συνεπέστερη και πιο κατανοητή λειτουργία.
Δεν αρκεί να ψηφιοποιηθούν παλιές διαδικασίες. Χρειάζεται ανασχεδιασμός ώστε οι διαδικασίες να γίνουν απλούστερες.
Συνηθισμένες απορίες
Η καθυστέρηση παραμένει πραγματικό πρόβλημα. Οι αλλαγές της περιόδου πρέπει να αξιολογηθούν ως παρεμβάσεις στις προϋποθέσεις λειτουργίας — χάρτης, διαδικασίες, ψηφιοποίηση, υποδομές — και όχι ως άμεση εξαφάνιση των εκκρεμοτήτων.
Η κυβέρνηση έχει ρόλο στη νομοθέτηση, στη χρηματοδότηση και στην επιλογή ηγεσίας κατά το ισχύον πλαίσιο. Δεν μπορεί θεσμικά να υπαγορεύει αποφάσεις σε δικαστές. Η αντίληψη ανεξαρτησίας παραμένει κρίσιμο ζήτημα και πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά.
Επειδή οι καθυστερήσεις είναι συσσωρευμένο και διαχρονικό πρόβλημα. Οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να βελτιώνουν τη βάση λειτουργίας, αλλά η θέση στους δείκτες αλλάζει αργά.
Συνήθως όχι. Ορισμένες αλλαγές, όπως ο Δικαστικός Χάρτης, χρειάζονται χρόνια εφαρμογής για να φανεί αν μειώνουν πραγματικά χρόνους και εκκρεμότητες.
Συνολική εικόνα
Η ελληνική Δικαιοσύνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές και διαχρονικές αδυναμίες. Οι καθυστερήσεις, οι εκκρεμότητες και η χαμηλή εμπιστοσύνη δεν μπορούν να υποτιμηθούν και δεν λύνονται με μία νομοθετική παρέμβαση.
Την περίοδο 2019–2026, όμως, έγιναν μεταρρυθμίσεις που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα σε επίπεδο δομής: νέος Δικαστικός Χάρτης, ψηφιοποίηση, διαδικαστικές αλλαγές, έργα υποδομής και προσπάθεια καλύτερης διοικητικής οργάνωσης. Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών θα κριθεί σε βάθος χρόνου, αλλά η κατεύθυνση δείχνει μετάβαση από αποσπασματικές διορθώσεις σε πιο συστημική παρέμβαση.
Πηγές και στοιχεία
Οι πηγές παρατίθενται με τη μορφή που χρησιμοποιήθηκαν στην ενότητα, ώστε να είναι σαφές τι τεκμηριώνει κάθε αναφορά.
- 01 European Commission European Commission, EU Justice Scoreboard commission.europa.eu
- 02 Council of Europe / CEPEJ Council of Europe / CEPEJ, European judicial systems evaluation reports coe.int
- 03 European Commission European Commission, Rule of Law Reports — Greece chapters commission.europa.eu
- 04 Venice Commission Venice Commission, standards on judicial independence and appointments venice.coe.int
- 05 Υπουργείο Δικαιοσύνης Υπουργείο Δικαιοσύνης, νομοθετικές πρωτοβουλίες και Δικαστικός Χάρτης ministryofjustice.gr
- 06 Greece 2.0 / Recovery and Resilience Plan Greece 2.0 / Recovery and Resilience Plan, digital transformation and justice reforms greece20.gov.gr
- 07 Council of Europe / CEPEJ Greece country fiche: 637 ημέρες και 86,2% εκκαθάριση το 2019, έναντι διάμεσης τιμής ΕΕ 213 ημερών. coe.int
- 08 OECD OECD Economic Survey: Greece 2020 και Government at a Glance 2019 — διεθνής σύγκριση αποτελεσματικότητας και χρόνων απονομής. oecd.org
- 09 Υπουργείο Δικαιοσύνης / JustStat Αποτελέσματα του Δικαστικού Χάρτη 18 μήνες μετά την εφαρμογή: εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης αποφάσεων και ρυθμός εκκαθάρισης στα πρωτοδικεία. ministryofjustice.gr
- 10 European Commission 2025 Rule of Law Report και κεφάλαιο Ελλάδας: ποιοτική αξιολόγηση αποτελεσματικότητας, ανεξαρτησίας και εφαρμογής του Δικαστικού Χάρτη. commission.europa.eu