Πολλές συντάξεις είναι χαμηλές σε ευρώ, όπως και οι μισθοί. Σε σχέση όμως με τους μισθούς της χώρας, οι ελληνικές συντάξεις είναι από τις υψηλότερες στην ΕΕ: η διάμεση σύνταξη (ηλικίες 65–74) αντιστοιχεί στο 77% των διάμεσων αποδοχών των εργαζομένων 50–59 ετών, έναντι 60% στην ΕΕ και 48% στη Γερμανία.
Η χώρα δαπανά για συντάξεις το 14,1% του ΑΕΠ (2024), πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (12,6%) και από χώρες με παρόμοιο πληθυσμό, όπως η Πορτογαλία (13,0%), η Σουηδία (10,8%), η Τσεχία (9,0%) και η Ουγγαρία (7,0%). Είναι κάτω μόνο από μεγάλες, πλουσιότερες χώρες με γηρασμένο πληθυσμό, όπως η Ιταλία, η Αυστρία και η Γαλλία.
Και σε σχέση με τις εισφορές: σύμφωνα με το Ageing Report 2024 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (στοιχεία 2022), οι δημόσιες συντάξεις κόστιζαν 14,5% του ΑΕΠ, ενώ οι εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων απέδιδαν 7,7%. Οι εισφορές καλύπτουν δηλαδή περίπου τις μισές συντάξεις. Το υπόλοιπο, 6,8% του ΑΕΠ, το καλύπτει ο κρατικός προϋπολογισμός: 4,8% ως θεσμοθετημένη χρηματοδότηση και άλλο 2,0% για το έλλειμμα του συστήματος.
Από το 2023, με την ετήσια αναπροσαρμογή, οι συντάξεις αυξήθηκαν 7,75%, 3% και 2,4%, σωρευτικά +13,6% ως το 2025, έναντι πληθωρισμού +10,4% την ίδια περίοδο. Από το 2026 καταργείται σταδιακά ο συμψηφισμός των αυξήσεων με την «προσωπική διαφορά».
Τι ισχύει από την κριτικήΣε ευρώ πολλές συντάξεις παραμένουν χαμηλές, γιατί χαμηλοί είναι και οι μισθοί πάνω στους οποίους υπολογίζονται. Οι συνταξιούχοι έχασαν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους με τις περικοπές του 2010–2016 και για χρόνια δεν πήραν αυξήσεις. Περίπου 600.000–670.000 συνταξιούχοι με «προσωπική διαφορά» δεν είδαν στην πράξη τις αυξήσεις του 2023–2025, γιατί συμψηφίστηκαν. Η κρατική χρηματοδότηση καλύπτει κυρίως την εθνική σύνταξη, που από το 2016 πληρώνεται από τον προϋπολογισμό και όχι από εισφορές, άρα είναι και επιλογή σχεδιασμού του συστήματος. Και σε άλλες χώρες ο προϋπολογισμός καλύπτει μέρος των συντάξεων, αλλά τα στοιχεία δεν καταγράφονται με ενιαίο τρόπο για ασφαλή σύγκριση.